Results (
Greek) 3:
[Copy]Copied!
ακούνητος, ήσυχος, ήρεμος, ακίνητος
{
still
}
ακίνητος
{
motionless
}
σφιχτός, σταθερός
{
firm
}
σταθερός, ακίνητος, καθορισμένος,...
{
fixed
}
γρήγορος, ταχύς, στερεός, άσωτος
{
fast
}
σταθερός, ακίνητος, στάσιμος
{
stationary
}
ακάθιστος, διαρκής, ιστάμενος, μόνιμος
{
standing
}
αμετακίνητος, πάγιος, τακτικός, σταθερός
{
steady
}
πάγιος
{
settled
}
σταθμεύω, σταματώ, παύω, μένω
{
stop
}
συλλαμβάνω, κατακρατώ, σταματώ,...
{
arrest
}
κλείνω το εργοστάσιον
{
shut down
}
αποκόπτω, απομονώνω, διακόπτω
{
cut off
}
διακόπτω
{
interrupt
}
βαστάζω, συγκρατώ, κρατώ, κατέχω, πιάνω,...
{
hold
}
περιέχω, αναχαιτίζω, διαιρούμαι,...
{
contain
}
συγκρατώ, τσεκάρω, αναχαιτίζω, ελέγχω,...
{
check
}
Being translated, please wait..
